ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ...

Αγαπητέ αδερφέ,
πέρασαν κιόλας 12 χρόνια…
12 ολόκληρα χρόνια που κατάφερες να αλλάξεις τις ζωές όλων μας με τον πιο θεαματικό τρόπο: με αυτόν της μόνιμης και αμετάκλητης απουσίας σου. Με τη μόνιμη σιωπή σου. Δεν μπορώ να πω ότι τις καθόριζες και ιδιαίτερα όσο βρισκόσουν ανάμεσά μας. Άλλωστε, λάτρευες να περνάς απαρατήρητος. Πάντα λειτουργούσες καλύτερα στο παρασκήνιο, παγιδευμένος στον μικρόκοσμό σου. Έναν μικρόκοσμο, που εσύ και μόνο είχες την μεγάλη εικόνα και πάλευες να κατανοήσεις επαρκώς παγιδευμένος στις εξαρτήσεις σου. Έναν μικρόκοσμο γεμάτο από προσωπικούς δαίμονες, μέχρι που αυτοί έγιναν δυσβάσταχτοι για να τους παλεύεις…
Ώσπου, εκείνον τον Ιανουάριο του 2014, αποφάσισες πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον εγκαταλείψεις. Λίγο μετά από τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Και φυσικά, μετά από μια απίθανη εκδρομή μου στη Βόρεια Ελλάδα, όπου είχα περάσει απρόσμενα τέλεια και κατάφερες άθελά σου να με γεμίσεις με περισσότερες τύψεις και ενοχές λόγω της απουσίας μου από το τελευταίο οικογενειακό τραπέζι της Πρωτοχρονιάς. Βυθίζοντας τους πάντες τριγύρω σου και εμένα, σε ένα διαρκές πένθος και σε ένα ανεκπλήρωτο κενό, που μοιάζει να γιγαντώνεται με τα χρόνια, όσο ωριμάζει η σκέψη - προσπαθώντας να εξηγήσει κάποια ερωτήματα, που θα μείνουν για πάντα αναπάντητα…
Δεν θα σου αναλύσω τι έζησα εκείνον τον φοβερό και τρομερό Ιανουάριο και τους τραγικούς μήνες που ακολούθησαν εκείνη την καταραμένη χρονιά, πριν από 12 έτη (σαν χθες φαντάζει…). Δεν μπορώ, άλλωστε, να σου περιγράψω με απλές λέξεις τη φρίκη, στην οποία περιήλθα από τη μία στιγμή στην άλλη. Τα λόγια είναι μηδαμινά για να σου εκφράσω πόσο δραματικά άλλαξε η ζωή μου, όταν δέχτηκα εκείνο το απρόσμενο μεσημεριανό τηλεφώνημα από τον υπερήλικα πατέρα μας που σε βρήκε νεκρό επάνω στο κρεβάτι σου, αφού έφερε κλειδαρά για να ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματός σου, καθώς δεν απαντούσες στις κλήσεις του για πολλές ώρες. Με σταυρωμένα τα άκαμπτα χέρια σου στο μέρος της καρδιάς, προσπαθώντας προφανώς να αντιδράσεις στον αβάσταχτο πόνο που ένιωσες στο στήθος σου και ελπίζω να κράτησε πολύ λίγο. Και τα πόδια σου κρεμασμένα έξω από το κρεβάτι, όπου να προσπαθούσες μάταια να σηκωθείς. Λογικά, θα έφυγες από τη ζωή 6-8 ώρες πιο πριν, κάπου ξημερώματα εκείνης της μαύρης Τετάρτης. Όσο εγώ βρισκόμουν αμέριμνος στο σχολείο την πρώτη ημέρα του νέου έτους μετά τις διακοπές και όσο όλοι συνέχιζαν τη ζωή τους κανονικά μια νέα εργάσιμη ημέρα, εσύ βρισκόσουν άψυχος επάνω σε εκείνο το κρεβάτι στον 3ο όροφο ενός κτιρίου στις εργατικές κατοικίες Πατρών, περιμένοντας επιτέλους να βρεθείς από κάποιον. Κάποιον που θα έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον για εσένα…
Έμφραγμα του μυοκαρδίου έδειξε η ιατροδικαστική εξέταση και η ληξιαρχική πράξη θανάτου. Τυχερός μέσα στην ατυχία σου. Τουλάχιστον, το μαρτύριο κράτησε πολύ λίγο…
Πραγματικά, αυτή η τρισκατάρατη ημερομηνία, η 8η Ιανουαρίου 2014, διαχώρισε τη ζωή μου στο «πριν» και στο «μετά». Τίποτα δεν θα ήταν ξανά το ίδιο, όσο και αν πάλευα μέσα μου γι' αυτό. Ακόμα και σήμερα, νιώθω ανατριχίλες στη σπονδυλική στήλη μου κάθε χρόνο αυτή την ημέρα, που παρακαλάω να φύγει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Ή τουλάχιστον, να τη γεμίσω με διάφορα, ώστε να μην σκέφτομαι…
Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα τα επόμενα χρόνια με τις συνεχείς εκταφές σου ανά 6 μήνες. Για να διαπιστώσουμε αν η σάρκα σου έχει λιώσει και έχουν απομείνει μόνο τα οστά σου. Σε κάποιες παρευρέθηκα, χωρίς να το θέλω. Βλέπεις, η γραφειοκρατία είναι αδίστακτη και δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία σε συναισθηματισμούς…
Δεν σου κρύβω ότι τότε, στο αρχικό άκουσμα της είδησης του προώρου χαμού σου, η πρώτη μου σκέψη ήταν οι χαροκαμένοι γονείς μας και πώς αυτοί θα αντιδράσουν: Η ανήμπορη δυσκίνητη μητέρα και ο πατέρας με την ασθενική καρδιά. Δύο τραγικές φιγούρες παγιδευμένες σε ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις, άλλοτε χαρούμενες άλλοτε δυσάρεστες. Πώς θα κατάφερναν να ξεπεράσουν τον ξαφνικό χαμό σου; Πώς θα ζούσαν χωρίς την καθημερινή παρουσία και την έγνοια σου; Πώς θα μπορούσα να τους βοηθήσω ή να αναπληρώσω το κενό σου, ειδικά στη μάνα που σου είχε αδυναμία και αναλωνόταν συνεχώς σε μεταξύ μας συγκρίσεις;
Συγγνώμη γι' αυτό, αλλά είναι η σκληρή αλήθεια. Δεν σκέφτηκα πρώτα εσένα και την μεταθανάτια ύπαρξή σου, αλλά αυτούς τους τραγικούς γονείς και πώς θα τους διατηρήσω στη ζωή. Ίσως να σκέφτηκα εγωιστικά παρασυρμένος από την δραματικότητα της στιγμής. Μπορεί να έκανες το ίδιο στη θέση μου – ποτέ δεν θα το μάθουμε…
Έπειτα, αναλογίστηκα τα δύο παιδιά σου, που δεν πρόκειται να τα δεις να μεγαλώνουν και να γίνονται άντρες. Δύο παιδιά ήδη βασανισμένα μετά από ένα επεισοδιακό διαζύγιο και το «στίγμα» των χωρισμένων γονιών να τα ακολουθεί για πάντα.
Το ένα αποδείχτηκε μεγάλος survivor, δουλεύοντας ατελείωτες ώρες επάνω σε ένα μηχανάκι και πασχίζοντας για ένα καλύτερο μέλλον σε μια σκληρή κοινωνία. Θα ήσουν περήφανος γι' αυτόν, όπως είμαστε όλοι μας. Ο άλλος, μάλλον σου μοιάζει πιο πολύ, αν και όχι βιολογικό σου αποτύπωμα. Φαντάζει να είναι παγιδευμένος σε έναν κυκεώνα πολύπλοκων καταστάσεων, από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει και βασανίζεται σε έναν κόσμο που αδυνατεί να κατανοήσει και να προσαρμοστεί. Ίσως, είναι ο μόνος που επισκέπτεται τακτικά τον τάφο σου και περνάει άπειρες ώρες βουβός και προσκολλημένος επάνω από ένα παρελθόν, που δεν του προσδίδει κάτι ουσιαστικό, αλλά δεν θεραπεύει και τίποτα. Σε μνημονεύει σε κάθε ευκαιρία, αν και δεν είναι βιολογικό παιδί σου (μικρή σημασία έχει το αίμα άλλωστε…). Παλεύει κι αυτό με τους δικούς του δαίμονες στην πιο παραγωγική ηλικία του αφήνοντας τα καλύτερα χρόνια της ζωής του να περνάνε και να χάνονται…
Μετά, σκέφτηκα εγωιστικά πόσο θα αλλάξει η δική μου ζωή. Πόσο θα αλλάξουν οι συνήθειές μου και η καθημερινότητα μου; Πόσο όλο αυτό θα επηρεάσει τον τρόπο που ζω; Και τον επηρέασε όσο δεν φαντάζεσαι…
Λυπάμαι που το λέω, αλλά ήσουν σε δεύτερη μοίρα, όσο βρισκόμουν βάναυσα σε ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ που με μετέφερε σε μια σκληρή πραγματικότητα της επαρχιακής πόλης που μεγάλωσα, την οποία έπρεπε να αντιμετωπίσω με περίσσεια ψυχραιμία και όσο εσύ ήσουν σε ένα κρύο κρεβάτι νεκροτομείου, περιμένοντας μια αναμενόμενη ιατροδικαστική εξέταση και μια ιδιαίτερη μεταχείριση από ένα Γραφείο Τελετών, που θα σου έκλεβε απάνθρωπα στο τέλος τον βαφτιστικό σου σταυρό…
Η κύρια σκέψη μου ήταν να αγκαλιάσω όσο πιο δυνατά γινόταν τον τραγικό πατέρα, που με είχε πάρει λίγες ώρες πιο πριν τηλέφωνο. Να τον κάνω να ηρεμήσει μάταια από το σοκ της ξαφνικής σου απώλειας. Να τον σφίξω στην αγκαλιά μου και να απολογηθώ γιατί δεν ήμουν παρών σε αυτή την τραγωδία από το ξεκίνημά της. Να τον κάνω να αισθανθεί ότι υπάρχει κι άλλος γιος, που θα του συμπαρασταθεί και θα είναι δίπλα του…
Όπως και έγινε…
Στο άνοιγμα της πόρτας του πατρικού διαμερίσματος, αυτός ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πήρα αγκαλιά κλαίγοντας με αναφιλητά. Παρουσία ανθρώπων, που κάποιοι έχουν φύγει πλέον από τη ζωή. Άλλοι πρόωρα και άλλοι στην ώρα τους. Θυμάμαι το ασθενικό γέρικο κορμί του να παραλύει στην αγκαλιά μου…
Και φυσικά, ποτέ δεν ξεπέρασε τον χαμό σου. Έγινε ένας άλλος άνθρωπος: μουντός, σκυθρωπός, απόμακρος, βυθισμένος στις σκοτεινές σκέψεις του. Ένας άνθρωπος που κανείς δεν αναγνώριζε πια στο στενό περιβάλλον του. Με τον καημό του πρόωρου χαμού σου «έφυγε» 6,5 χρόνια μετά, ένα κρύο πρωινό ενός Νοέμβρη του 2020 εν μέσω μια υποτιθέμενης πανδημίας και εν μέσω αυστηρών και κρατικών παράλογων απαγορεύσεων…
Η μάνα, από την άλλη, βρήκε ένα απρόσμενο στήριγμα στην Εκκλησία. Η «περί Θεού αυταπάτη» έκανε εν μέρει το θαύμα της και της έδωσε το κουράγιο να συνεχίσει. Για το καλό των υπόλοιπων παιδιών της και όσων ένιωθε κοντά της. Και τώρα που πλησιάζει απειλητικά προς το αναπόφευκτο «Τέλος», φαίνεται πιο γαληνεμένη. Ποιος ξέρει;;; Ίσως συναντηθείτε όλοι μαζί στο τέλος του φωτεινού τούνελ, όταν έρθει η ώρα…
Όσον αφορά εμένα: Σε σκέφτομαι κάθε μέρα που περνάει. Αναλογίζομαι τι θα μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικά. Πώς θα μπορούσα να σε είχα προσεγγίσει και να κατανοήσω τον τρόπο που σκέφτεσαι και αντιλαμβάνεσαι αυτόν τον περίεργο κόσμο. Ζω καθημερινά με τις ερινύες να με καταδυναστεύουν που δεν ήμουν ουσιαστικά παρών στη σύντομη και πολυτάραχη ζωή σου.
Αναρωτιέμαι γιατί δεν περάσαμε περισσότερο ουσιαστικό χρόνο μαζί. Σκέφτομαι τι θα μπορούσα να είχα κάνει ως μικρότερος αδερφός, αν κι εσύ ήσουν αυτός που με φρόντιζε και με προστάτευε πάντα. Ζηλεύω απίστευτα φίλους και γνωστούς, όταν αναφέρουν τους αδερφούς τους και πώς θα περάσουν τον χρόνο τους μαζί τους, έστω και για τα πιο ανούσια…
Κάπως έτσι, βρέθηκα βουβός μια κρύα μέρα εκείνου του φοβερού Γενάρη, να ξεστολίζω το φτωχό χριστουγεννιάτικο δέντρο σου και να μαζεύω τις μπάλες και τα στολίδια μέσα σε κούτες. Μέσα σε ένα κρύο άδειο σπίτι, όπου ξεψύχησες. Αυτή είναι και η απάντησή μου σε όσους ρωτάνε γιατί σιχαίνομαι τα Χριστούγεννα ακόμα και σήμερα και γιατί δεν στολίζω 12 χρόνια μετά…
Ακόμα και με τον θάνατό σου, όμως, μου έσωσες τη ζωή. Όταν έμαθα - εξαιτίας σου 3 μήνες μετά - για τον αδίστακτο όγκο που μεγάλωνε μέσα στις καρωτίδες μου και με απειλούσε ότι θα με άφηνε παράλυτο. 'Εστω και με τη μεταφυσική παρουσία σου, έκανες το καθήκον σου ως μεγάλος αδερφός. Με προστάτευσες…
Σήμερα, 12 χρόνια μετά, τα οστά σου κείτονται σε ένα μπρούτζινο κασελάκι στα πόδια του άψυχου πατέρα μας. Κι ας είχες τόσα απωθημένα και παράπονα γι' αυτόν. Κι ας μην ήταν ο ιδανικός πατέρας, όπως είχες πλάσει στο πολυτάραχο μυαλό σου. Τουλάχιστον, ήταν παρών στα πάντα. Ποιος είναι ιδανικός άλλωστε;;;
Ίσως, έστω και τώρα, έχετε βρει και οι δύο την πολυπόθητη γαλήνη και ίσως, έχετε συγχωρέσει ο ένας τον άλλον για όλα αυτά που δεν εκμυστηρευθήκατε μεταξύ σας, όταν είσαστε εν ζωή και είχατε την ευκαιρία. Ίσως και να με περιεργάζεστε και να με κρίνετε από εκεί ψηλά για τις πράξεις μου. Ποτέ δεν θα μάθουμε…
Σήμερα, 12 χρόνια μετά, η μάνα σπανίως σε μνημονεύει. Ίσως, επειδή δεν θέλει να βαρύνει την ατμόσφαιρα. Ίσως επειδή ξέρει ότι και το δικό της τέλος πλησιάζει. Ίσως, επειδή γνωρίζει ότι θα συναντηθείτε σύντομα στο τέλος του φωτεινού τούνελ…
Η ουσία είναι, όμως, ότι μου λείπετε απελπιστικά και οι δύο, σας λατρεύω βαθύτατα και κάθε μέρα που περνάει την αφιερώνω σε εσάς. Η αγάπη δεν χάνεται ποτέ ευτυχώς, αντίθετα μεγαλώνει όσο περνούν τα χρόνια…
Το αδερφάκι σου