THIS IS THE END...

Και φτάνει κάποτε η στιγμή που εγκαταλείπεις…
Εγκαταλείπεις τις προσπάθειες, τις φρούδες ελπίδες, την εμπιστοσύνη στην πρόοδο της ιατρικής και της επιστήμης, τις επικλήσεις σε κάτι θεϊκό αλλά πλήρως αφηρημένο, τις προσευχές προς δήθεν κάτι ανώτερο που παραμένει επίμονα βουβό και μονίμως απόν, το μάταιο ευχολόγιο από τον περίγυρό σου που κουνάει αμήχανα το κεφάλι του…
Ακούς συγκαταβατικά τις οδηγίες των γιατρών, οι οποίοι προσπαθούν έμμεσα να σε προετοιμάσουν για το τέλος που έρχεται με τους πολύπλοκους και ασαφείς ιατρικούς όρους που χρησιμοποιούν. «Δευτερογενείς εναποθέσεις» διαβάζεις στο αποτέλεσμα της μαγνητικής, αλλά πλέον έχεις πάψει να ελπίζεις ότι αυτό μπορεί να είναι κάτι καλό…
Αφήνεσαι και όπου βγει. Ό, τι είναι να γίνει, ας γίνει! Εξάλλου, τα χειρότερα πέρασαν, μετά το πρωτόγνωρο σοκ της αρχικής διάγνωσης πριν από 1,5 χρόνο, όπου σκέφτηκες εγωιστικά πώς θα είναι η ζωή σου από εδώ και πέρα και πόσο αυτή θα αλλάξει στο εγγύς μέλλον. Αρχίζεις να κάνεις προβολές στο μέλλον και πώς θα τα βγάλεις πέρα, χωρίς καμία ουσιαστική βοήθεια…
Πλέον το βασικότερο ένστικτο, αυτό της αυτοσυντήρησής σου, αναλαμβάνει αντανακλαστικά τα ηνία. Πάλι καλά, βέβαια, αν θες να διατηρηθείς ψυχικά υγιής μέσα σε όλη αυτή τη φρίκη που σε περιβάλλει και δεν έχεις κανέναν να τη μοιραστείς πραγματικά, καθώς «η μιζέρια θέλει παρέα» αλλά κανείς δεν είναι διατεθειμένος να «μιζεριάσει» μαζί σου. Άλλωστε, αυτό θα ήταν «τοξικό»…
Μια φρίκη που εξευτελίζει τον άνθρωπό σου, τον ταπεινώνει, τον κάνει να νιώθει σκουπίδι. Κάτι λιγότερο από το μηδέν. Μια φρίκη που ονομάζεται καρκίνος και μάλιστα, ένας από τους χειρότερους και πιο επιθετικούς που υπάρχει. Αυτός που στρογγυλοκάθεται αθόρυβα - από το πουθενά και χωρίς να έχεις κάνει καταχρήσεις στη ζωή σου - στο πάγκρεας και ροκανίζει με γεωμετρική πρόοδο τη χολή, το ήπαρ και όλα τα γειτονικά όργανα των σωθικών σου. Αυτός που κάνει διαρκώς μεταστάσεις, σαν να είναι ο Spiderman που πηδάει από το ένα κτίριο στο άλλο. Αυτός που δεν θες ούτε στον χειρότερο εχθρό σου να του τύχει, αν βέβαια τυχαίνει να έχεις εχθρούς …
Όλη αυτή η εγκατάλειψη μοιάζει και κάπως απελευθερωτική. Μειώνεται η στενοχώρια σου για το αναπόφευκτο ή τουλάχιστον μαθαίνεις να την διαχειρίζεσαι. Εξάλλου δεν έχει και κανένα απολύτως νόημα πια. Συμφιλιώνεσαι με τον εαυτό σου και τις αδίστακτες ερινύες σου όσο πλησιάζει το τέλος. Έκανες τα πάντα στα πλαίσια των δυνατοτήτων σου. Έχεις τη συνείδησή σου ήσυχη. Άλλοι πρέπει να ανησυχούν γι' αυτό, αν τους επιτρέπει φυσικά η ψυχοπάθεια τους να ανησυχούν…
Τώρα, αυτό που επιθυμείς είναι ο άνθρωπος σου να «φύγει» όπως έζησε και τη ζωή του: αξιοπρεπώς. Χωρίς να ντροπιάζεται στα μάτια τρίτων μέσα σε κλινικές νοσοκομείων. Χωρίς να αντικρίζουν τυχάρπαστοι την φρίκη που αντικρίζεις κι εσύ καθημερινά. Χωρίς να υποφέρει με δήθεν θεραπείες, που δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα, παρά μια απειροελάχιστη παράταση σε αυτό που ονομάζουμε ζωή…
Ας γίνει ένα ακόμα κάδρο, που θα πάρει τη θέση του δίπλα από τα υπόλοιπα κάδρα αγαπημένων σου προσώπων επάνω σε ένα παλιό έπιπλο, (σκέφτεσαι…, καθώς κρατάς το ροζιασμένο και ετοιμόρροπο χέρι του ανθρώπου σου μέσα σε μια αφιλόξενη πτέρυγα νοσοκομείου). Και ας σε περιεργάζεται αμίλητα για το υπόλοιπο της ζωής σου…
Το μόνο που θέλεις είναι να βρεθεί κάτω από μια βουβή ταφόπλακα, όπου εκεί θα αποσυντίθεται αργά και γαλήνια. Μια ταφόπλακα που θα την περιποιείσαι κατά καιρούς, φροντίζοντας να είναι καθαρή και στολισμένη με μοβ κυκλάμινα. Μια ταφόπλακα που θα την επισκέπτεσαι ευλαβικά (τον πρώτο καιρό τουλάχιστον…) με βουρκωμένα μάτια, αναπολώντας κυρίως δικές σου γλυκές αναμνήσεις.
Ώσπου να χορταριάσει και να ερημώσει κι αυτή με το πέρασμα των χρόνων…