Ο ΤΑΦΟΣ

Ο τάφος ήταν εκεί όλο αυτόν τον καιρό, που ζούσες ανέμελα τα χρόνια της νιότης σου. Σταθερά και αθόρυβα στη θέση του για δεκαετίες. Παρατημένος και χορταριασμένος, με τα οστά ενός παππού που δεν γνώρισες να λιώνουν σιγά σιγά. Με σπασμένα μάρμαρα και το καντήλι σβηστό για άγνωστο χρονικό διάστημα. Χωρίς ένα ανθισμένο γλαστράκι να τον διακοσμεί. Χωρίς ένα κερί να ανάβει πού και πού. Χωρίς επιμνημόσυνες δεήσεις τα Ψυχοσάββατα. Ξεχασμένος απ' όλους τους συγγενείς. Ζήτημα να τον είχες επισκεφθεί μια φορά, καθώς δεν σ' ενδιέφερε ιδιαίτερα. Άλλα πράγματα σε απασχολούσαν τότε, όπως τι θα κάνεις στη ζωή σου ή πώς θα βρεις την περιστασιακή ηδονή…
Τα υπολείμματα ενός παππού που δεν γνώρισες, καθώς πέθανε 10 χρόνια πριν γεννηθείς, βρίσκονταν εκεί. Ο πατέρας του πατέρα σου, που θα ήθελες να έχεις γνωρίσει έστω και φευγαλέα. Να έχεις μια υποτυπώδη ανάμνηση από αυτόν. Για 10 χρόνια συνυπήρξατε στην ανυπαρξία. Αυτό είναι και το μόνο σας κοινό…
Ώσπου έφτασε η στιγμή και κέρδισες τον αγώνα ανάμεσα σε άλλα 100 χιλιάδες σπερματοζωάρια και ξαφνικά, απέκτησες ανθρώπινη υπόσταση. Ευτυχώς, γιατί η εναλλακτική θα ήταν να βρεθείς πάνω σε μια πορσελάνη ενός κρύου νιπτήρα τον Ιανουάριο του 1974 (επί Χούντας ακόμα!). Και βρέθηκες μετά από 50 χρόνια, μπροστά από αυτό το άχαρο πληκτρολόγιο να γράφεις και να διαβάζουν ανόρεχτα τα κείμενά σου άνθρωποι που νιώθουν – μάλλον - αμηχανία και δεν ξέρουν τι να σου εκφράσουν για τις ενδόμυχες και ίσως σκοτεινές σκέψεις σου…
Και να ψάχνεις εναγωνίως για τις ρίζες σου. Και να δείχνεις απρόσμενο ενδιαφέρον γι' αυτόν τον άγνωστο παππού και τη ζωή που έζησε κάποτε, μέσα από χειρόγραφα γράμματα του που ανακαλύπτεις τυχαία στο εξοχικό σου και τα φυλάς με θρησκευτική ευλάβεια, καθώς αποτελούν οικογενειακό κειμήλιο ..
Ο εν λόγω τάφος βρίσκεται κάπου στην Εγλυκάδα, σε μια πιο «δεύτερη» περιοχή της Πάτρας. Παναγία Αλεξιώτισσα λέγεται ο ναός του νεκροταφείου. Ο ναός έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία καθώς διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας. Τα θυρανοίξια (εγκαίνια) του πραγματοποιήθηκαν το 1805. Το 1821 και ημέρα Κυριακή των Βαϊων οι Τούρκοι έκαψαν εκεί ζωντανό (ή έσφαξαν) τον παπα-Γιώργη, ιερέα της εκκλησίας, την ώρα που τελούσε την Θεία Λειτουργία την οποία δεν διέκοψε παρά την είδηση της έλευσης τους. Σήμερα προς τιμήν του εθνομάρτυρα ιερέα υπάρχει μνημείο που έχει τοποθετηθεί στον προαύλιο χώρο του ναού.
Ποσώς σε νοιάζουν όλα αυτά! Ας είναι καλά το Wikipedia, που στα εμφανίζει με το πάτημα ενός πλήκτρου στην οθόνη του κινητού σου. Πόσο προχώρησε η τεχνολογία από τα νεανικά σου χρόνια! Σχεδόν τρομάζεις με την εξέλιξη…
Ο ξεχασμένος τάφος, βέβαια, παρέμεινε εγκαταλειμμένος και χορταριασμένος για πολλά χρόνια. Όσο εσύ αναζητούσες να βρεις το πολυπόθητο νόημα της βλακώδους ζωής σου και να συνδέσεις τα κομμάτια της δήθεν μπερδεμένης σου σεξουαλικότητας, δεν σε απασχόλησε ιδιαίτερα. Χωρίς να γνωρίζεις, φυσικά, τι σε περιμένει στα επόμενα χρόνια…
Και τα χρόνια πέρασαν… Το μυαλό σου μέστωσε και βίωσες άπειρες εμπειρίες. Ανέλαβες ευθύνες που ούτε καν τις φανταζόσουν. Άρχισες να αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά τα τυχαία γεγονότα που βομβαρδίζουν την ανούσια ζωή σου. Άρχισες να αντιλαμβάνεσαι ότι η ζωή είναι πιο σύντομη απ' ότι φανταζόσουν. Ότι υπάρχει αρχή, μέση και τέλος στα πάντα…
Η αρχή έγινε με τη γιαγιά, τη Γεωργία, τον Ιούνιο του 1990. Τη μάνα του πατέρα μου. Σύντομα θα γινόταν μόνιμος κάτοικος αυτού του ξεχασμένου τάφου. Σύντομα θα αντάμωνε με τον σύζυγο της στην άλλη ζωή (αν υπάρχει) και τα ονόματά τους θα κοσμούσαν μια μαρμάρινη ταφόπλακα, αν ήταν τυχεροί. Ακόμα, θυμάμαι αμυδρά τα σοκολατάκια Τζοκόντα της γιαγιάς που μου πρόσφερε κάθε φορά που την επισκεπτόμουν σε εκείνο το μικρό διαμέρισμα στον 7ο όροφο μιας πολυκατοικίας της δεκαετίας του '70…
Για πολλά χρόνια μετά, ευτυχώς, ο συγκεκριμένος τάφος δεν μας απασχόλησε ιδιαίτερα. Παρέμεινε ξεχασμένος και χορταριασμένος, με κάποιες αναλαμπές σε Ψυχοσάββατα και Μεγάλες Παρασκευές. Ώσπου, το κακό χτύπησε ανελέητα την πόρτα μας…
Δεκαετία του '10 σαν να δόθηκε το γενικό σύνθημα και δεν σταμάτησε από τότε.
Θεία Μαρίκα: μια γυναίκα που δεν ένιωσε ποτέ της την ηδονή, δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν είχε καν έναν σύντροφο, δεν ταξίδεψε πουθενά, δεν ευχαριστήθηκε τίποτα, δεν έζησε όπως θα έπρεπε να ζουν όλοι οι άνθρωποι. Πέρασε τα περισσότερα χρόνια μόνη της σε ένα ρετιρέ στην Πάτρα, σε εκείνο το μικρό διαμέρισμα του 7ου ορόφου - κάποια λίγα χρόνια μαζί με τη γιαγιά - ως επιλογή της που υποστήριξε, όμως, ακλόνητα προς τιμήν της…
Από τη θεία Μαρίκα έχω να θυμάμαι τις σοκολάτες υγείας που έφερνε στις γιορτές, όταν ήμουν παιδί και έπειτα έφηβος. Πιο σπάνια με χαρτζιλίκωνε, όταν είχε την οικονομική ευχέρεια. Μόνη της, πάντα, να αναζητάει λίγη συντροφιά και λίγη ζωή ανάμεσα στα ζωηρά ανίψια της. Καμπουριασμένη και κουρασμένη από το πέρασμα του χρόνου. Αποτελεί μια γλυκιά ανάμνηση, σαν τις σοκολάτες της, αν και ψάχνω εναγωνίως μια πιο πρόσφατη φωτογραφία της και δεν βρίσκω για να κοσμήσω τον εν λόγω τάφο. Κανείς δεν τράβηξε μια φωτογραφία της τα νεότερα χρόνια…
Λίγο μετά τα Χριστούγεννα του 2016 έγινε και επίσημα κάτοικος αυτού του κρύου Τάφου. Η κηδεία της με κλειστό το φέρετρο. Δεν είχα καν την ευκαιρία να τη δω για τελευταία φορά. Ούτε έναν καφέ δεν ήπιαμε μετά όλοι οι συγγενείς για να την μνημονεύσουμε στο αναψυκτήριο του νεκροταφείου. Η αγαπημένη αδερφή του πατέρα μου, που την επισκεπτόταν και την μελέταγε όσο είχε τη δυνατότητα, έφυγε από αυτόν τον μάταιο κόσμο άκλαυτη. Ούτε ένα δάκρυ! Κανείς δεν έκλαψε για αυτήν, κανείς δεν την μνημόνευσε και προφανώς, ανακουφίστηκαν όλοι που έπαψε να αποτελεί βάρος με την παρουσία της…
Ο πατέρας μου δεν ήρθε στην σύντομη αυτή κηδεία. Προτίμησε να μείνει σπίτι βυθισμένος στις σκέψεις του. Απέφευγε τις κηδείες, από τότε που είχε χάσει απρόσμενα το γιο του πριν 2 χρόνια. Δεν άντεχε να ακούει τις ψαλμωδίες των αδίστακτων παπάδων. Απόλυτα σεβαστό για έναν υπερήλικα, που είχε βιώσει τη μεγαλύτερη τραγωδία που θα μπορούσε να βιώσει ένας γονέας. Από τότε, δεν ξαναμίλησε για την αδερφή του. Σαν να μην υπήρξε ποτέ…
Ώσπου, η στιγμή που φτάνει ανελέητα για όλους μας, έφτασε και γι' αυτόν. Εκείνον το Νοέμβριο του 2020, όπου μια άγνωστη και τυχάρπαστη ασθένεια ήρθε από το πουθενά να αλλάξει τις ζωές μας και να ζήσουμε πρωτόγνωρες καταστάσεις. Covid 19 την ονόμασαν οι επιστήμονες , αλλά δεν είχε καμία σχέση με τον θάνατο του.
Μετά από 3 μήνες φαρμάκων, θεραπειών, αποκλειστικών νοσοκόμων, φυσιοθεραπευτών, ειδικής διατροφής και πολλής αγάπης, κατέληξε στο παιδικό μου δωμάτιο. Πάνω στο κρεβάτι που κοιμάμαι ακόμα και σήμερα. Πάνω στο κρεβάτι που νιώθω γαλήνη, όταν αναλογίζομαι ότι πέρασε τις τελευταίες του στιγμές και χαϊδεύω το γενετικό υλικό του που άφησε αφελώς στον τοίχο του παιδικού δωματίου μου. Κάποιες σποραδικές σταγόνες αίματος του, μου θυμίζουν την παρουσία του 5 χρόνια μετά. Πάνω στο κρεβάτι που νιώθω ότι υπάρχει ένα κομμάτι του ακόμα, που με αγκαλιάζει με αγάπη…
Από τη μία μέρα στην άλλη, έγινε κάτοικος αυτού του κρύου τάφου, μετά από εκείνη την κηδεία – παρωδία, που επέτρεπε μόνο 9 άτομα μέσα στο Ναό για να μην κολλήσουμε αυτή την εκνευριστική λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος με τις τόσες παρανοϊκές απαγορεύσεις. Μέσα σε μια στιγμή, ο μπαμπάς μου χάθηκε για πάντα. Κι εκείνος ο χορταριασμένος τάφος, που μου ήταν αδιάφορος μέχρι τότε, τον ρούφηξε μέσα στα σπλάχνα του για πάντα. Κι απέκτησε άλλη σημασία για εμένα…
Μετά από 2 χρόνια περίπου, τα οστά του γιου του κατέληξαν να κείτονται σε ένα μικρό κασελάκι στα πόδια του νεκρού κορμιού του. Ίσως έτσι, επιτέλους, και να βρήκε την πολυπόθητη γαλήνη που τόσο αποζητούσε αυτά τα 6 χρόνια που είχε χάσει το παιδί του.
Ο τάφος, βέβαια, παρέμεινε εκεί. Ατάραχος, στη θέση του. Να αποζητάει την παρουσία μου για να ανάψω ένα κερί ή το καντήλι του. Να με περιμένει κάθε Ψυχοσάββατο ή μια Μεγάλη Παρασκευή ή ένα συνηθισμένο σαββατοκύριακο. Όμως, δεν ήταν πια χορταριασμένος και ξεχασμένος. Είχε φρέσκα λουλούδια και κεριά. Είχε γλαστράκια με κυκλάμινα. Είχε αρωματικό λιβάνι που περίμενε να ανάψει. Είχε φωτογραφίες όλων να σε περιεργάζονται, καθώς στεκόσουν αμήχανα από πάνω του. Είχε, επιτέλους, ζωή…